επιλογή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επιλογή | επιλογές |
| γενική | επιλογής | επιλογών |
| αιτιατική | επιλογή | επιλογές |
| κλητική | επιλογή | επιλογές |
[
]
Ετυμολογία
- επιλογή < ελληνιστική κοινή ἐπιλογή
[
]
Ουσιαστικό
επιλογή θηλυκό
- το να αποφασίζει κανείς ότι ένα πράγμα ή πρόσωπο είναι καλύτερο ή πιο κατάλληλο από άλλα για κάτι, το να διαλέγει κανείς κάτι ή κάποιον
- η ικανότητα ή δυνατότητα να διαλέξει κανείς κάτι ή κάποιον
- ένα από το σύνολο πραγμάτων ή προσώπων από το οποίο μπορεί κανείς να διαλέξει
- κάτι η κάποιος που διαλέχτηκε
- σύνολο επιλεγμένων στοιχείων
- μια επιλογή εκθεμάτων του μουσείου
[
] Εκφράσεις
- φυσική επιλογή ή επιλογή των ειδών: όρος της βιολογίας, που περιγράφει την διαδικασία της εξέλιξης των ειδών, σύμφωνα με την ικανότητά τους να προσαρμόζονται και να επιβιώνουν