επιπλέον
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Επίρρημα [
]
επιπλέον
- συν τοις άλλοις, εκτός αυτού, εξάλλου, επίσης, από πάνω
- ζήτησε, επιπλέον, νέες διαβεβαιώσεις ότι...
- απαίτησε, επιπλέον, να του δοθεί και προίκα
- (πριν από ουσιαστικό) πρόσθετος, περισσότερος, παραπάνω
- ζήτησε επιπλέον χρήματα για να ολοκληρώσει το έργο που ανέλαβε
Μεταφράσεις [
]
επιπλέον
|
Κλιτή μορφή μετοχής [
]
επιπλέον