επισκιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επισκιάζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

επισκιάζω

  1. αφήνω κάτι ή κάποιον σε δεύτερη θέση, κερδίζω τις εντυπώσεις ή υπερτερώ τόσο ώστε να φαίνεται κάτι άλλο ασήμαντο σε σχέση με μένα
    Mια νέα, τεράστια έκρηξη, στο κέντρο της Bαγδάτης, επεσκίασε τον σχηματισμό 25μελούς μεταβατικής κυβέρνησης. (από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 3 Σεπτεμβρίου 2003)

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]