επισκιάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- επισκιάζω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
επισκιάζω
- αφήνω κάτι ή κάποιον σε δεύτερη θέση, κερδίζω τις εντυπώσεις ή υπερτερώ τόσο ώστε να φαίνεται κάτι άλλο ασήμαντο σε σχέση με μένα
- Mια νέα, τεράστια έκρηξη, στο κέντρο της Bαγδάτης, επεσκίασε τον σχηματισμό 25μελούς μεταβατικής κυβέρνησης. (από την εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 3 Σεπτεμβρίου 2003)