επιστήμη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- επιστήμη < αρχαία ελληνική ἐπιστήμη < ἐπίσταμαι (γνωρίζω καλά)
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛ.pi.ˈsti.mi/
Ουσιαστικό
επιστήμη θηλυκό
- μία διαδικασία απόκτησης γνώσης και το οργανωμένο σώμα της γνώσης που αποκτήθηκε από τη διαδικασία αυτή
Συγγενικές λέξεις
- επιστήμονας (επιστήμων)
- επιστημονικά (επιστημονικώς)
- επιστημονικός
- επιστημονισμός
- επιστημοσύνη
- επιστητό (επιστητόν)
Σύνθετα
Μεταφράσεις
επιστήμη
|
|