επιστήμη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛ.pi.ˈsti.mi/
[
]
Ουσιαστικό
επιστήμη θηλυκό
- σύνολο ειδικών και σε ιδιαίτερο βάθος γνώσεων για συγκεκριμένο αντικείμενο έρευνας καθώς και το οργανωμένο και συστηματοποιημένο σώμα της γνώσης που αποκτάται με τη μελέτη και πρόοδο κάθε ειδικού τομέα, με βάση την τεκμηρίωση και την απόδειξη
- η επιστήμη της ιατρικής
- η επιστήμη της ψυχολογίας
- η αστρονομία είναι επιστήμη, η αστρολογία όχι
[
]
- επιστήμονας (επιστήμων)
- επιστημονικά (επιστημονικώς)
- επιστημονικός
- επιστημονισμός
- επιστημοσύνη
- επιστητό (επιστητόν)
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
επιστήμη
|
|