επιφύλαξη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επιφύλαξη | επιφυλάξεις |
| γενική | επιφύλαξης & επιφυλάξεως |
επιφυλάξεων |
| αιτιατική | επιφύλαξη | επιφυλάξεις |
| κλητική | επιφύλαξη | επιφυλάξεις |
Ετυμολογία [
]
- επιφύλαξη < ἐπιφύλαξις < ἐπιφυλάσσω
Ουσιαστικό [
]
επιφύλαξη θηλυκό
- δισταγμός, ενδοιασμός, αμφισβήτηση, ευγενικός τρόπος να εκφράσει κάποιος τη διαφωνία ή τη δυσπιστία του
-
- συμφωνώ, αλλά με την επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματός μου (συμφωνώ, αλλά όχι χωρίς κανένα απολύτως ενδοιασμό και μπορεί αν το κρίνω αναγκαίο μελλοντικά, να κάνω χρήση των δικαιωμάτων που μου παρέχει ο νόμος)
- Είπα το "ναι", αλλά με πάσα επιφύλαξη (είπα "ναι" απρόθυμα, διατηρώ επιφυλάξεις και μάλιστα πολλές)
[
]
Μεταφράσεις [
]
επιφύλαξη