επιχειρηματίας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επιχειρηματίας | επιχειρηματίες |
| γενική | επιχειρηματία | επιχειρηματιών |
| αιτιατική | επιχειρηματία | επιχειρηματίες |
| κλητική | επιχειρηματία | επιχειρηματίες |
[
]
Ετυμολογία
- επιχειρηματίας < γαλλική entrepreneur
- Η λέξη μαρτυρείται από το 1821
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
επιχειρηματίας αρσενικό ή θηλυκό
- το πρόσωπο που απασχολείται επαγγελματικά με την ίδρυση, τη λειτουργία και την ανάπτυξη επιχειρήσεων και, συνήθως, του ανήκουν ή είναι ο βασικός επενδυτής σε αυτές
[
]
[
]
Μεταφράσεις
επιχειρηματίας