Από Βικιλεξικό
| Πτώση |
Ενικός |
Πληθυντικός |
| Ονομαστική |
επιχειρηματίας |
επιχειρηματίες |
| Γενική |
επιχειρηματία |
επιχειρηματιών |
| Αιτιατική |
επιχειρηματία |
επιχειρηματίες |
| Κλητική |
επιχειρηματία |
επιχειρηματίες |
- επιχειρηματίας < γαλλική entrepreneur
- Η λέξη μαρτυρείται από το 1821
- ΔΦΑ : /ɛ.pi.çi.ɾi.ma.ˈti.as/
επιχειρηματίας αρσενικό ή θηλυκό
- το πρόσωπο που απασχολείται επαγγελματικά με την ίδρυση, τη λειτουργία και την ανάπτυξη επιχειρήσεων και, συνήθως, του ανήκουν ή είναι ο βασικός επενδυτής σε αυτές
Συγγενικές λέξεις