εποχή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εποχή | εποχές |
| Γενική | εποχής | εποχών |
| Αιτιατική | εποχή | εποχές |
| Κλητική | εποχή | εποχές |
Ετυμολογία
- εποχή < αρχαία ελληνική ἐποχή < ἐπέχω
Προφορά
Ουσιαστικό
εποχή θηλυκό
- υποδιαίρεση του έτους: άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας
- υποδιαίρεση του ιστορικού χρόνου, μεγάλη ή μικρότερη ιστορική περίοδος
- νεολιθική εποχή, κλασική εποχή, η εποχή του Περικλή
- μία χρονική περίοδος με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
- αυτό το κειμήλιο είναι της εποχής του παππού μου
- θυμάμαι με νοσταλγία τις παλιές εποχές
- πέρασε πια η εποχή που ο κάθε κρατικός υπάλληλος μπορούσε να αυθαιρετεί.
- (φιλοσοφία) η φιλοσοφική στάση των σκεπτικών κατά την οποία ο φιλόσοφος παύει να εκφέρει κρίσεις περί την αλήθεια ή το ψεύδος των προτάσεων.
Συγγενικές λέξεις
Δείτε επίσης
Μεταφράσεις
εποχή
|
|