επωδός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επωδός | επωδοί |
| γενική | επωδού | επωδών |
| αιτιατική | επωδό | επωδούς |
| κλητική | (επωδό) | (επωδοί) |
Ετυμολογία [
]
- επωδός < αρχαία ελληνική ἐπῳδός
Ουσιαστικό [
]
επωδός θηλυκό
- το τμήμα του ποιήματος που ακολουθεί τη στροφή και την αντιστροφή(αρχαία ποίηση)
- το μέρος ποιήματος ή τραγουδιού που επαναλαμβάνεται μετα απο μία ή περισσότερες στροφές,το γύρισμα, το ρεφραίν
- (μεταφορικά) αυτό που λέγεται πολλές φορές