επωμίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | επωμίδα | επωμίδες |
| γενική | επωμίδας | επωμίδων |
| αιτιατική | επωμίδα | επωμίδες |
| κλητική | επωμίδα | επωμίδες |
[
]
Ετυμολογία
- επωμίδα < αρχαία ελληνική ἑπωµίς
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛ.pɔ.ˈmi.ða/
[
]
Ουσιαστικό
επωμίδα θηλυκό
- Διακοσμητικό μέρος ενδύματος, το οποίο εφαρμόζεται πάνω στο ύφασμα του ώμου. Συνήθως αποτελεί μέρος στολών και χρησιμεύει για την τοποθέτηση διακριτικών στρατιωτικού βαθμού. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για τη διακόσμηση ενδυμάτων αθλητικού στυλ.
[
]
Συνώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
επωμίδα