επώαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επώαση επωάσεις
γενική επώασης
& επωάσεως
επωάσεων
αιτιατική επώαση επωάσεις
κλητική επώαση επωάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επώαση <
  1. αρχαία ελληνική ἐπῴασις
  2. μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική incubation

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επώαση θηλυκό

  1. το χρονικό διάστημα της φυσικής εξέλιξης του αβγού από την ωοτοκία μέχρι την εκκόλαψη
  2. (συνεκδοχικά) η συντήρηση των αβγών σε κατάλληλες συνθήκες μέχρι την εκκόλαψη
  3. (ιατρική) το χρονικό διάστημα από την είσοδο κάποιου παθογόνου οργανισμού μέχρι την εμφάνιση των συμπτωμάτων

32πχ Μεταφράσεις[]