επώδυνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | επώδυνος | επώδυνη | επώδυνο |
| γενική | επώδυνου | επώδυνης | επώδυνου |
| αιτιατική | επώδυνο | επώδυνη | επώδυνο |
| κλητική | επώδυνε | επώδυνη | επώδυνο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | επώδυνοι | επώδυνες | επώδυνα |
| γενική | επώδυνων | επώδυνων | επώδυνων |
| αιτιατική | επώδυνους | επώδυνες | επώδυνα |
| κλητική | επώδυνοι | επώδυνες | επώδυνα |
[
]
Ετυμολογία
- επώδυνος < αρχαία ελληνική ἐπώδυνος < ἐπί + ὀδύνη (το αρχικό ὀ- εκτείνεται όταν απαντά σε σύνθετα)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛ.ˈpɔ.ði.nɔs/ αρσενικό
- ΔΦΑ : /ɛ.ˈpɔ.ði.ni/ θηλυκό
- ΔΦΑ : /ɛ.ˈpɔ.ði.nɔ/ ουδέτερο
[
]
Επίθετο
επώδυνος, -η, -ο
- που προκαλεί ή συνοδεύεται από σωματικό πόνο
- (μεταφορικά) που πληγώνει προκαλώντας αισθήματα οδύνης
συνώνυμα: τραυματικός
- επώδυνη συνάντηση, εμπειρία
[
]
Μεταφράσεις
επώδυνος