εργασία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εργασία | εργασίες |
| γενική | εργασίας | εργασιών |
| αιτιατική | εργασία | εργασίες |
| κλητική | εργασία | εργασίες |
Ετυμολογία [
]
- εργασία < αρχαία ελληνική ἐργασία
Ουσιαστικό [
]
εργασία θηλυκό
- η ενέργεια του ρήματος εργάζομαι, η απασχόληση με ένα συγκεκριμένο έργο, η ανθρώπινη δραστηριότητα που αποσκοπεί στην παραγωγή ενός προϊόντος, υλικού ή πνευματικού
- το επάγγελμα ενός ανθρώπου
- ο τόπος ή ο φορέας (εταιρεία, οργανισμός, επιχείρηση, κατάστημα, συνεργείο κλπ) στον οποίο κάποιος εργάζεται
- το σύνολο των εργαζομένων με εξαρτημένη σχέση
- για μια ακόμη φορά ήρθαν αντιμέτωποι το κεφάλαιο και η εργασία
- (στην εκπαίδευση) γραπτό δοκίμιο ή κατασκευή που πρέπει να συντάξει ή να κατασκευάσει ένας σπουδαστής ή μαθητής με προσωπική έρευνα στο πλαίσιο των μαθημάτων του
- ο καθηγητής μου ζήτησε να έχω ολοκληρώσει την εργασία μου μέχρι το τέλος της εβδομάδας