εργολάβος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εργολάβος | εργολάβοι |
| γενική | εργολάβου | εργολάβων |
| αιτιατική | εργολάβο | εργολάβους |
| κλητική | εργολάβε | εργολάβοι |
[
]
Ετυμολογία
- εργολάβος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
εργολάβος αρσενικό ή θηλυκό
- Πρόσωπο που συµβάλλεται µε τον κύριο του έργου και αναλαµβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τµήµατός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα µε την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό.
- Στα δηµόσια έργα ο ανάδοχος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του ν.1418/84 ([Π.Δ. 305/96]).
- γλύκισμα με αμύγδαλα
[
]
Μεταφράσεις
άτομο
είδος γλυκού