ερειπωμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ερειπωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ερειπώνω
[
]
Μετοχή
ερειπωμένος, -η, -ο
- που έχει ερειπωθεί, που έχει μετατραπεί σε ερείπιο
- η ερειπωμένη πόλη, το ερειπωμένο σπίτι