ερπετό

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ερπετό ερπετά
Γενική ερπετού ερπετών
Αιτιατική ερπετό ερπετά
Κλητική ερπετό ερπετά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

< αρχαία ελληνικά, ἑρπετόν


Open book 01.svg Ουσιαστικό

ερπετό ουδέτερο

  1. (ζωολογία) ομοταξία τετράποδων σπονδυλωτών τα οποία κινούνται έρποντας, διότι τα μέλη τους έχουν ατροφήσει ή λείπουν. Έχουν κυμαινόμενη θερμοκρασία σώματος, πνευμονική αναπνοή και δέρμα που καλύπτεται από λέπια
    η σαύρα είναι ερπετό
  2. (μεταφορικά, υβριστικά) για άνθρωπο ύπουλο ή κόλακα

Συγγενικές λέξεις


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες