ερωτεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ερωτεύομαι < έρωτας + -εύομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.ɾɔ.ˈtɛ.vɔ.mɛ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

ερωτεύομαι, παρατ.: ερωτευόμουν, στιγμ. μέλλ.: θα ερωτευτώ, αόρ.: ερωτεύτηκα , μτχ.π.π.: ερωτευμένος

  1. καταλαμβάνομαι από ερωτικό συναίσθημα
    δεν ερωτεύεται εύκολα
  2. αισθάνομαι έρωτα για κάποιον
    σε έχω ερωτευτεί
  3. νιώθω έντονη έλξη για κάποιον ή για κάτι
    ερωτεύτηκα τα σοκάκια του νησιού

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]