εσμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | εσμός | εσμοί |
| γενική | εσμού | εσμών |
| αιτιατική | εσμό | εσμούς |
| κλητική | εσμέ | εσμοί |
[
]
Ετυμολογία
- εσμός < αρχαία ελληνική ἑσμός
[
]
Ουσιαστικό
εσμός αρσενικό
- μεγάλη συγκέντρωση, μεγάλο πλήθος ατόμων του ιδίου είδους
- εσμός σφηκών
- (μειωτικά) για σύνολο προσώπων
- εσμός αυλοκολάκων