εσμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἑσμός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εσμός εσμοί
γενική εσμού εσμών
αιτιατική εσμό εσμούς
κλητική εσμέ εσμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εσμός < αρχαία ελληνική ἑσμός < ἕζομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εσμός αρσενικό

  1. (λόγιο) μεγάλη συγκέντρωση, μεγάλο πλήθος ατόμων του ιδίου είδους
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: πλήθος, σμάρι
    εσμός σφηκών
  2. (μειωτικά) χαρακτηρισμός ενός συνόλου προσώπων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: συρφετός, τσογλαναρία
    εσμός αυλοκολάκων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]