ετεροίωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ετεροίωση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ετεροίωση θηλυκό

  1. η τροπή του φωνήεντος ενός θέματος κατά την παραγωγή, συνήθως από το ε του ρηματικού θέματος στο ο του ονοματικού
    Από τα ρήματα τρέφω, τρέπω, νέμω παράγονται τα ουσιαστικά τροφή, τροπή, νομή με ετεροίωση του ε σε ο.


32πχ Μεταφράσεις[]