ευγένεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ευγένεια | ευγένειες |
| γενική | ευγένειας | ευγενειών |
| αιτιατική | ευγένεια | ευγένειες |
| κλητική | ευγένεια | ευγένειες |
Ετυμολογία [
]
- ευγένεια < αρχαία ελληνική εὐγένεια
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ɛv.ˈʝɛ.ni.a/
Ουσιαστικό [
]
ευγένεια θηλυκό
- η ιδιότητα του ευγενικού
- συμπεριφέρεται πάντοτε με ευγένεια, ακόμα και όταν είναι εκνευρισμένος
- η ιδιότητα του ευγενούς, το να ανήκει κάποιος σε αυτή την κοινωνική τάξη
- τίτλος ευγενείας
- (παρωχημένο) η ευγένειά σας: ως προσφώνηση
- Θα ήθελε η ευγένειά σας να μας εξηγήσει τους λόγους της διαφωνίας σας;
[
]
Πολυλεκτικοί όροι [
]
Μεταφράσεις [
]
η ιδιότητα του ευγενικού