ευθανασία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ευθανασία | - |
| γενική | ευθανασίας | - |
| αιτιατική | ευθανασία | - |
| κλητική | ευθανασία | - |
[
]
Ετυμολογία
- ευθανασία < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής εὐθανασία < εὐθανατέω-ῶ
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛf.θa.na.ˈsi.a/
[
]
Ουσιαστικό
ευθανασία θηλυκό μόνο στον ενικό
- ο ένδοξος, καλός, ωραίος θάνατος
- ο θάνατος που δίδεται εκούσια σε έναν άρρωστο από ανίατη ασθένεια για να πάψουν οι πόνοι του
[
]
Μεταφράσεις
ευθανασία