ευκάλυπτος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ευκάλυπτος | ευκάλυπτοι |
| γενική | ευκαλύπτου ή ευκάλυπτου |
ευκαλύπτων ή ευκάλυπτων |
| αιτιατική | ευκάλυπτο | ευκαλύπτους ή ευκάλυπτους |
| κλητική | ευκάλυπτε | ευκάλυπτοι |
[
]
Ετυμολογία
- ευκάλυπτος < λατινική eucalyptus < αρχαία ελληνική εὖ + καλύπτω
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛf.ˈka.li.ptɔs/
[
]
Ουσιαστικό
ευκάλυπτος αρσενικό
- (βοτανική) αειθαλές δέντρο του γένους Eucalyptus με μακρόστενα φύλλα από τα οποία παράγεται το ευκαλυπτέλαιο
[
]
Μεταφράσεις
ευκάλυπτος