ευμάρεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευμάρεια ευμάρειες
γενική ευμάρειας ευμαρειών
αιτιατική ευμάρεια ευμάρειες
κλητική ευμάρεια ευμάρειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ευμάρεια < αρχαία ελληνική εὐμάρεια < εὐμαρής < εὖ + μάρη (=χέρι)· πβ. εὐχέρεια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ευμάρεια θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]