ευνουχίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ευνουχίζω < ελληνιστική κοινή εὐνουχίζω
[
]
Ρήμα
ευνουχίζω
- (για άνδρα ή αρσενικό ζώο) αποκόπτω ή κατατρέφω τους γεννητικούς αδένες και καθιστώ στείρο
- (μεταφορικά) αφαιρώ το δυναμισμό και τη φυσική ορμή από κάτι