ευνουχισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευνουχισμός ευνουχισμοί
γενική ευνουχισμού ευνουχισμών
αιτιατική ευνουχισμό ευνουχισμούς
κλητική ευνουχισμέ ευνουχισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ευνουχισμός < ευνουχίζω< ευνούχος < αρχαία ελληνική εὐνοῦχος < εὐνή + ἔχω (θαλαμηπόλος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ευνουχισμός αρσενικό

  1. η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ευνούχος, η αφαίρεση των ανδρικών γεννητικών οργάνων (όρχεων)
  2. (μεταφορικά) η αφαίρεση της ορμής, της ζωτικής δύναμης
    ο ευνουχισμός της σκέψης

32πχ Μεταφράσεις[]