ευνούχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευνούχος ευνούχοι
γενική ευνούχου ευνούχων
αιτιατική ευνούχο ευνούχους
κλητική ευνούχε ευνούχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ευνούχος < αρχαία ελληνική εὐνοῦχος < εὐνή + -οῦχος (< ἔχω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛv.ˈnu.xɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ευνούχος αρσενικό

  1. άντρας που έχει υποστεί ευνουχισμό, που του έχουν αφαιρέσει χειρουργικά τους όρχεις κατά την προεφηβική ηλικία
  2. (ειδικότερα) άντρας που είχε υποστεί ευνουχισμό και χρησιμοποιούνταν ως φύλακας του χαρεμιού

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]