ευνοώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ευνοώ < αρχαία ελληνική εὐνοέω, -ῶ < εὔνους
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
ευνοώ
- δείχνω ιδιαίτερη προτίμηση και προσοχή σε κάποιον· δείχνω εύνοια· είμαι ευνοϊκός απέναντι σε κάποιον
- διευκολύνω κάτι
- η παρατεταμένη ξηρασία ευνοεί την εξάπλωση των πυρκαγιών