ευνοώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ευνοώ < αρχαία ελληνική εὐνοέω, -ῶ < εὔνους

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /εv.nɔ.ˈɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[]

ευνοώ

  1. δείχνω ιδιαίτερη προτίμηση και προσοχή σε κάποιον· δείχνω εύνοια· είμαι ευνοϊκός απέναντι σε κάποιον
  2. διευκολύνω κάτι
    η παρατεταμένη ξηρασία ευνοεί την εξάπλωση των πυρκαγιών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]