ευπατρίδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : εὐπατρίδης

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευπατρίδης ευπατρίδες
γενική ευπατρίδη ευπατριδών
αιτιατική ευπατρίδη ευπατρίδες
κλητική ευπατρίδη ευπατρίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ευπατρίδης < αρχαία ελληνική εὐπατρίδης < εὖ + πατήρ + -ίδης («ο γιος καλού / ευγενούς πατέρα») (2. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική gentilhomme)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /εf.pa.'tri.ðis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ευπατρίδης αρσενικό

  1. (ιστορία) (αρχαία Αθήνα) άτομο της ανώτερης κοινωνικής τάξης, (κατ’ επέκταση) αριστοκράτης
  2. (ιστορία) (αρχαία Ρώμη) πατρίκιος
  3. άτομο αριστοκρατικής καταγωγής, καλλιεργημένο και με ευγενικούς τρόπους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]