ευπατρίδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ευπατρίδης < αρχαία ελληνική εὐπατρίδης < εὖ + πατήρ + -ίδης («ο γιος καλού/ευγενούς πατέρα»)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ευπατρίδης αρσενικό

  1. αριστοκράτης, άτομο με ευγενική καταγωγή


32πχ Μεταφράσεις[]