ευπροσάρμοστος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ευπροσάρμοστος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Επίθετο
ευπροσάρμοστος, -η, -ο
- που προσαρμόζεται εύκολα σε νέες συνθήκες
[
]
Συνώνυμα
- προσαρμόσιμος
- (μεταφορικά) ευέλικτος