ευτροφισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ευτροφισμός ευτροφισμοί
γενική ευτροφισμού ευτροφισμών
αιτιατική ευτροφισμό ευτροφισμούς
κλητική ευτροφισμέ ευτροφισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ευτροφισμός < ευ + τροφ-ή + -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ευτροφισμός αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]