ευχή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ευχή | ευχές |
| γενική | ευχής | ευχών |
| αιτιατική | ευχή | ευχές |
| κλητική | ευχή | ευχές |
Ετυμολογία [
]
- ευχή < αρχαία ελληνική εὐχή
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
ευχή θηλυκό
- η προφορική έκφραση της επιθυμίας και της ελπίδας για κάτι που θέλουμε να συμβεί στο μέλλον
- η ευλογία (πχ των γονιών)
- έχε την ευχή μου
- τυπική έκφραση που λέγεται ή γράφεται σε γιορτές ή πριν από ένα σημαντικό γεγονός
- παράκληση, δέηση που διαβάζεται από έναν ιερέα