ευωδιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ευωδιά | ευωδιές |
| γενική | ευωδιάς | ευωδιών |
| αιτιατική | ευωδιά | ευωδιές |
| κλητική | ευωδιά | ευωδιές |
[
]
Ετυμολογία
- ευωδιά < αρχαία ελληνική εὐωδία
[
]
Ουσιαστικό
ευωδιά και ευωδία θηλυκό
- ευχάριστη μυρωδιά
- από την κουζίνα έρχονταν ευωδιές που μας γαργαλούσαν τη μύτη
- (μεταφορικά)
- Ευωδιές παράδοσης από Μοσχάτο ... (τίτλος άρθρου της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 18-1-2005)