εφημερία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εφημερία εφημερίες
γενική εφημερίας εφημεριών
αιτιατική εφημερία εφημερίες
κλητική εφημερία εφημερίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εφημερία < ελληνιστική κοινή ἐφημερία < ἐπί + ἡμέρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εφημερία θηλυκό

  1. υπηρεσία πέρα από το κανονικό πρόγραμμα και ωράριο
  2. (συνεκδοχικά) ο χρόνος της υπηρεσίας και το (ενδεχόμενο) ποσό αποζημίωσης
  3. η επιτήρηση από εκπαιδευτικούς των μαθητών και των χώρων του σχολείου σε ώρες εκτός διδακτικού ωραρίου
  4. (θρησκεία) εβδομαδιαία (συνήθως) υπηρεσία κληρικών σε ναό

32πχ Μεταφράσεις[]