εφιάλτης

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Εφιάλτης


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική εφιάλτης εφιάλτες
Γενική εφιάλτη εφιαλτών
Αιτιατική εφιάλτη εφιάλτες
Κλητική εφιάλτη εφιάλτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

εφιάλτης < αρχαία ελληνική ἐφιάλτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɛ.fi.ˈal.tis/
O Eφιάλτης Γιόχαν Χάινριχ Φoύσσλι, 1802

Open book 01.svg Ουσιαστικό

εφιάλτης αρσενικό

  1. τρομαχτικό όνειρο
  2. κάτι πολύ δυσάρεστο ή απειλητικό


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες