εἴδωλον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση
Ενικός
Δυικός
Πληθυντικός
Ονομαστική εἴδωλον εἰδώλω εἴδωλα
Γενική εἰδώλου εἰδώλοιν εἰδώλων
Δοτική εἰδώλ εἰδώλοιν εἰδώλοις
Αιτιατική εἴδωλον εἰδώλω εἴδωλα
Κλητική εἴδωλον εἰδώλω εἴδωλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εἴδωλον < οἶδα < Ϝοιδ- κατά ετεροίωση από το θέμα Ϝειδ- του ρήματος εἴδω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εἴδωλον ουδέτερο

  1. φάντασμα
  2. μη πραγματική εικόνα
  3. εικόνα, αναπαράσταση, ομοίωμα, ομοιότητα, πιστή εικόνα
    λόγος εἴδωλον ψυχῆς
  4. ιδέα
  5. είδωλο στον καθρέφτη, στο νερό
  6. μη υλική μορφή, άυλη μορφή
    εἴδωλον σκιᾶς
  7. (μεταγενέστερο) άγαλμα, είδωλο με τη χριστιανική έννοια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]