ζαρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζαρώνω < μεσαιωνική ελληνική ζαρώνω (μικραίνω, πτυχώνομαι, τσαλακώνομαι) < οζαρώνω < ίσως από αρχαία ελληνική ὄζος (μεταξύ άλλων και το μάτι του φυτού), αλλά αβέβαιο

Open book 01.svg Ρήμα[]

ζαρώνω

  1. (αμετάβατο) κάνω ζάρες
    το πρόσωπό της ζάρωσε με τα χρόνια
  2. (μεταβατικό) δημιουργώ ζάρες
    μη μου ζαρώνεις τα μούτρα σου! (μη μορφάζεις)
  3. μαζεύομαι, κουλουριάζομαι
    είχε ζαρώσει σε μια γωνιά κι έτρεμε ακόμα από το φόβο της

Plume ombre.png Κλίση[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]