ζαρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζαρώνω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

ζαρώνω

  1. (αμετάβατο) κάνω ζάρες
    το πρόσωπό της ζάρωσε με τα χρόνια
  2. (μεταβατικό) δημιουργώ ζάρες
    μη μου ζαρώνεις τα μούτρα σου! (μη μορφάζεις)
  3. μαζεύομαι, κουλουριάζομαι
    είχε ζαρώσει σε μια γωνιά κι έτρεμε ακόμα από το φόβο της


32πχ Μεταφράσεις[]