ζελές
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ζελές | ζελέδες |
| γενική | ζελέ | ζελέδων |
| αιτιατική | ζελέ | ζελέδες |
| κλητική | ζελέ | ζελέδες |
[
]
Ετυμολογία
- ζελές < γαλλική gelée
[
]
Ουσιαστικό
ζελές αρσενικό
- γλύκισμα που γίνεται κυρίως με τη χρήση ζελατίνης
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ζελές