ζεματώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ζεματώ < ζεματίζω
Ρήμα [
]
ζεματώ
- (μεταβατικό) ζεματίζω
- (αμετάβατο) έχω πολύ μεγάλη θερμοκρασία, καίω
- το παιδί ζεματάει από τον πυρετό
Μεταφράσεις [
]
ζεματώ