ζεματώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζεματώ < ζεματίζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

ζεματώ

  1. (μεταβατικό) ζεματίζω
  2. (αμετάβατο) έχω πολύ μεγάλη θερμοκρασία, καίω
    το παιδί ζεματάει από τον πυρετό


32πχ Μεταφράσεις[]