ζωή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Ζωή

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζωή ζωές
γενική ζωής ζωών
αιτιατική ζωή ζωές
κλητική ζωή ζωές

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ζωή < αρχαία ελληνική (ζωή)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /zɔ.ˈi/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ζωή θηλυκό

  1. η γενική κατάσταση που διαφοροποιεί τα ενόργανα όντα από τα άψυχα αντικείμενα και τους νεκρούς οργανισμούς. Χαρακτηρίζεται από σημαντικές λειτουργίες, όπως η αύξηση, η αναπνοή, η διατροφή, ο μεταβολισμός, η αναπαραγωγή, η προσαρμογή στο περιβάλλον κ.λπ.
    ο θεός έδωσε ζωή στον άνθρωπο
  2. το χρονικό διάστημα της ζωής ενός οργανισμού και ειδικότερα ενός ανθρώπου (από τη γέννηση ως το θάνατο ή άλλο χρονικό σημείο)
    μέσος όρος ζωής
  3. ο άνθρωπος ως φορέας ζωής
    στον πόλεμο χάθηκαν χιλιάδες ζωές
  4. το σύνολο των εμπειριών και βιωμάτων κάποιου
    μια ζωή γεμάτη πίκρες
  5. ο τρόπος με τον οποίο ζει κανείς
    κάνω άστατη ζωή
  6. το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ορισμένο τομέα
    πνευματική ζωή
  7. (μεταφορικά) ζωντάνια, ενεργητικότητα
    παιδί όλο ζωή
  8. ο χρόνος διάρκειας ή λειτουργίας προϊόντος
    η ζωή μιας μπαταρίας

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική ζωή ζωά ζωαί
Γενική ζωῆς ζωαῖν ζωῶν
Δοτική ζω ζωαῖν ζωαῖς
Αιτιατική ζωήν ζωά ζωάς
Κλητική ζωή ζωά ζωαί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ζωή < αρχαία ελληνική ζάω-ζῶ

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ζωή θηλυκό

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες