ζωή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωή | ζωές |
| Γενική | ζωής | ζωών |
| Αιτιατική | ζωή | ζωές |
| Κλητική | ζωή | ζωές |
Ετυμολογία
- ζωή < αρχαία ελληνική (ζωή)
Προφορά
Ουσιαστικό
ζωή θηλυκό
- η γενική κατάσταση που διαφοροποιεί τα ενόργανα όντα από τα άψυχα αντικείμενα και τους νεκρούς οργανισμούς. Χαρακτηρίζεται από σημαντικές λειτουργίες, όπως η αύξηση, η αναπνοή, η διατροφή, ο μεταβολισμός, η αναπαραγωγή, η προσαρμογή στο περιβάλλον κ.λπ.
- ο θεός έδωσε ζωή στον άνθρωπο
- το χρονικό διάστημα της ζωής ενός οργανισμού και ειδικότερα ενός ανθρώπου (από τη γέννηση ως το θάνατο ή άλλο χρονικό σημείο)
- μέσος όρος ζωής
- ο άνθρωπος ως φορέας ζωής
- στον πόλεμο χάθηκαν χιλιάδες ζωές
- το σύνολο των εμπειριών και βιωμάτων κάποιου
- μια ζωή γεμάτη πίκρες
- ο τρόπος με τον οποίο ζει κανείς
- κάνω άστατη ζωή
- το σύνολο των δραστηριοτήτων σε ορισμένο τομέα
- πνευματική ζωή
- (μεταφορικά) ζωντάνια, ενεργητικότητα
- παιδί όλο ζωή
- ο χρόνος διάρκειας ή λειτουργίας προϊόντος
- η ζωή μιας μπαταρίας
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
| Πτώση | Ενικός | Δυικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζωή | ζωά | ζωαί |
| Γενική | ζωῆς | ζωαῖν | ζωῶν |
| Δοτική | ζωῇ | ζωαῖν | ζωαῖς |
| Αιτιατική | ζωήν | ζωά | ζωάς |
| Κλητική | ζωή | ζωά | ζωαί |
Ετυμολογία
- ζωή < αρχαία ελληνική ζῶ
Ουσιαστικό
ζωή θηλυκό