ζωολάτρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζωολάτρης < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική zoolâtre

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζωολάτρης αρσενικό (θηλυκό ζωολάτρισσα)

  1. αυτός που αποδίδει θρησκευτική λατρεία σε ζώα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]