ζόφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζόφος ζόφοι
γενική ζόφου ζόφων
αιτιατική ζόφο ζόφους
κλητική ζόφε ζόφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζόφος < αρχαία ελληνική ζόφος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζόφος αρσενικό

  1. το πυκνό σκοτάδι του Κάτω Κόσμου
  2. (μεταφορικά) ο τρόμος, κάτι που εμπνέει τρόμο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]