ηγούμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἡγούμενος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ηγούμενος ηγούμενη ηγούμενο
γενική ηγούμενου ηγούμενης ηγούμενου
αιτιατική ηγούμενο ηγούμενη ηγούμενο
κλητική ηγούμενε ηγούμενη ηγούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ηγούμενοι ηγούμενες ηγούμενα
γενική ηγούμενων ηγούμενων ηγούμενων
αιτιατική ηγούμενους ηγούμενες ηγούμενα
κλητική ηγούμενοι ηγούμενες ηγούμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ηγούμενος < μεσαιωνική ελληνική ἡγούμενος < ελληνιστική κοινή ἡγούμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ἡγέομαι / ἡγοῦμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ηγούμενος -η -ο

  • που ηγείται, ο αρχηγός
    ο Πελοπίδας, ηγούμενος του Ιερού Λόχου, κατατρόπωσε τους Σπαρτιάτες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηγούμενος ηγούμενοι
γενική ηγουμένου
& ηγούμενου
ηγουμένων
& ηγούμενων
αιτιατική ηγούμενο ηγουμένους
& ηγούμενους
κλητική ηγούμενε ηγούμενοι

ηγούμενος αρσενικό (θηλυκό ηγουμένη, ηγουμένισσα, γουμένισσα)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]