ηγούμενος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ηγούμενος < μετοχή ενεστώτα του ηγούμαι
[
]
Μετοχή
ηγούμενος -η -ο
- ο Πελοπίδας, ηγούμενος του Ιερού Λόχου, κατατρόπωσε τους Σπαρτιάτες
[
]
Ουσιαστικό
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ηγούμενος | ηγούμενοι |
| γενική | ηγουμένου ή ηγούμενου |
ηγουμένων ή ηγούμενων |
| αιτιατική | ηγούμενο | ηγουμένους ή ηγούμενους |
| κλητική | ηγούμενε | ηγούμενοι |
ηγούμενος αρσενικό (θηλυκό ηγουμένη και γουμένισσα)
- ο ανώτερος από τους μοναχούς μιας μονής, αυτός που ασκεί τη διοίκηση και την πνευματική εποπτεία στο μοναστήρι
[
]
Μεταφράσεις
ηγούμενος