ηδονή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηδονή ηδονές
γενική ηδονής ηδονών
αιτιατική ηδονή ηδονές
κλητική ηδονή ηδονές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ηδονή < αρχαία ελληνική ἡδονή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.ðɔ.ˈni/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ηδονή θηλυκό

  1. η ευχαρίστηση που αισθανόμαστε, όταν ικανοποιούνται οι φυσικές-βιολογικές επιθυμίες, ανάγκες ή ορμές μας
  2. (ειδικότερα) η έντονη σωματική ευχαρίστηση που αισθανόμαστε κατά τη διάρκεια της ικανοποίησης της γενετήσιας ορμής μας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]