ηλεκτρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηλεκτρισμός ηλεκτρισμοί
γενική ηλεκτρισμού ηλεκτρισμών
αιτιατική ηλεκτρισμό ηλεκτρισμούς
κλητική ηλεκτρισμέ ηλεκτρισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ηλεκτρισμός < ήλεκτρον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.lɛ.ktɾiˈ.zmɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ηλεκτρισμός αρσενικό

  1. απόκτηση ηλεκτρικού φορτίου
    Το ήλεκτρο ήταν το πρώτο υλικό που παρατηρήθηκε να έχει φορτίο, το οποίο έδωσε το όνομά του στο φαινόμενο.
  2. η κίνηση των ηλεκτρονίων που μεταφέρει ενέργεια
  3. κλάδος της Φυσικής που ασχολείται με τα ηλεκτρικά φαινόμενα

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]