ηλεκτροπληξία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηλεκτροπληξία ηλεκτροπληξίες
γενική ηλεκτροπληξίας ηλεκτροπληξιών
αιτιατική ηλεκτροπληξία ηλεκτροπληξίες
κλητική ηλεκτροπληξία ηλεκτροπληξίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ηλεκτροπληξία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ηλεκτροπληξία θηλυκό

  1. η διέλευση ηλεκτρικού ρεύματος μεγάλης τάσης ή/και έντασης από τους ιστούς ζωντανού οργανισμού, συνήθως ως αποτέλεσμα ατυχήματος, καθώς και οι βλάβες που προκαλούνται εξαιτίας της έκθεσης αυτής (π.χ. στο νευρικό σύστημα, τη λειτουργία της καρδιάς, καταστροφή μυϊκού ιστού, εγκαύματα)
    ασφαλίστε τις πρίζες στο σπίτι σας για να προφυλάξετε τα μικρά παιδιά από ηλεκτροπληξία
    ένας εργάτης πέθανε από ηλεκτροπληξία όταν ήρθε σε επαφή το μηχάνημα που χειριζόταν με τα ηλεκτροφόρα καλώδια της ΔΕΗ


32πχ Μεταφράσεις[]