ηλιοστάσιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηλιοστάσιο ηλιοστάσια
γενική ηλιοστασίου ηλιοστασίων
αιτιατική ηλιοστάσιο ηλιοστάσια
κλητική ηλιοστάσιο ηλιοστάσια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ηλιοστάσιο < ήλιος + -στάσιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ηλιοστάσιο ουδέτερο

  1. το ημερονύκτιο του έτους κατά το οποίο η χρονική διαφορά μεταξύ ημέρας και νύχτας μεγιστοποιείται
    1. θερινό ηλιοστάσιο: στις 21 Ιουνίου έχουμε τη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας και τη μικρότερη νύχτα για όλο το έτος
    2. χειμερινό ηλιοστάσιο: στις 21 Δεκεμβρίου έχουμε τη μεγαλύτερη νύχτα και τη μικρότερη μέρα του έτους

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []


32πχ Μεταφράσεις[]