ημέρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ημέρα | ημέρες |
| Γενική | ημέρας | ημερών |
| Αιτιατική | ημέρα | ημέρες |
| Κλητική | ημέρα | ημέρες |
Ετυμολογία
- ημέρα < αρχαία ελληνική ἡμέρα
Προφορά
Ουσιαστικό
ημέρα θηλυκό και μέρα θηλυκό
- χρονικό διάστημα 24 ωρών
- οι ώρες κατά τις οποίες λάμπει ο ήλιος

