ημι-
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ημι- < αρχαία ελληνική ἡμι- < ἥμισυς
[
]
Πρόθημα
ημι-και ημί-
- αχώριστο λόγιο μόριο που σημαίνει "μισός" ή "κατά το ήμισυ