ηττοπάθεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηττοπάθεια ηττοπάθειες
γενική ηττοπάθειας ηττοπαθειών
αιτιατική ηττοπάθεια ηττοπάθειες
κλητική ηττοπάθεια ηττοπάθειες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ηττοπάθεια < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ηττοπάθεια θηλυκό

  1. η ιδιότητα του ηττοπαθούς, αυτού που δέχεται την ήττα μοιρολατρικά αφού πιστεύει ότι είναι αναπόφευκτη ή ότι ο ίδιος δεν είναι ικανός να κάνει κάτι γι' αυτή

32πχ Μεταφράσεις[]