ηττοπάθεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ηττοπάθεια | ηττοπάθειες |
| γενική | ηττοπάθειας | ηττοπαθειών |
| αιτιατική | ηττοπάθεια | ηττοπάθειες |
| κλητική | ηττοπάθεια | ηττοπάθειες |
Ετυμολογία [
]
- ηττοπάθεια < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
ηττοπάθεια θηλυκό
- η ιδιότητα του ηττοπαθούς, αυτού που δέχεται την ήττα μοιρολατρικά αφού πιστεύει ότι είναι αναπόφευκτη ή ότι ο ίδιος δεν είναι ικανός να κάνει κάτι γι' αυτή