ηφαίστειο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ηφαίστειο | ηφαίστεια |
| γενική | ηφαιστείου | ηφαιστείων |
| αιτιατική | ηφαίστειο | ηφαίστεια |
| κλητική | ηφαίστειο | ηφαίστεια |
[
]
Ετυμολογία
- ηφαίστειο < μεταφραστικό δάνειο από την λατινική Volcanus, κατά την αρχαία ελληνική Ἡφαιστεῖον < Ήφαιστος
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /i.ˈfɛ.sti.ɔ/
[
]
Ουσιαστικό
ηφαίστειο ουδέτερο
- (γεωλογία) άνοιγμα ή ρωγμή στο φλοιό της Γης ή άλλου πλανήτη, από όπου, συχνά, εκρέουν ή εκρήγνυνται ατμός και ρευστά πετρώματα στην επιφάνεια με την μορφή λάβας
- (συνεκδοχικά) το βουνό ή ο λόφος που σχηματίζεται από στερεοποιημένα υλικά που έχουν αναβλύσει γύρω από το παραπάνω άνοιγμα ή ρήγμα
- (μεταφορικά) τόπος ή κατάσταση με μεγάλες συγκρούσεις και πιέσεις
- μετά τα τελευταία σκάνδαλα το κόμμα μοιάζει με ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
ηφαίστειο