ηχώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἠχώ, ἠχῶ

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ηχώ -
γενική ηχώς -
αιτιατική ηχώ -
κλητική ηχώ -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ηχώ < αρχαία ελληνική ἠχώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ηχώ θηλυκό

  1. φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο ένας ήχος αντανακλάται σε ένα εμπόδιο που απέχει περισσότερο από 17 μέτρα από την πηγή του και επιστρέφοντας δίνει την εντύπωση ότι ακούγεται για δεύτερη φορά.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

32πχ Μεταφράσεις []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ηχώ < αρχαία ελληνική ἠχέω, -ῶ

Open book 01.svg Ρήμα []

ηχώ

  1. (αμετάβατο) κροτώ, βροντώ
    τα τύμπανα ηχούσαν όλη τη νύχτα
  2. ακούγομαι με έναν ορισμένο τρόπο
    το γέλιο της ηχούσε στ' αυτιά του σαν γλυκιά μουσική

32πχ Μεταφράσεις []